Τέστ ΠΑΠ
Το τεστ Παπανικολάου εφευρέθηκε από τον Γεώργιο Παπανικολάου το 1928. Είναι μια απλή, ανώδυνη και χαμηλού κόστους εξέταση που αφορά την λήψη κυττάρων από την επιφάνεια του τραχήλου της μήτρας με τη βοήθεια μίας μικρής σπάτουλας και μιας βούρτσας και αποσκοπεί στην πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.
Το δείγμα του τεστ ΠΑΠ εξετάζεται από ειδικό ιατρό (κυτταρολόγο) για να εντοπιστούν, αν υπάρχουν, ανώμαλα κύτταρα π.χ. κύτταρα που εμφανίζουν λοίμωξη από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV). Με αυτόν τον τρόπο ανιχνεύονται πρώιμες κυτταρικές αλλοιώσεις που αν δεν αντιμετωπισθούν κατάλληλα, υπάρχει η πιθανότητα να εξαλλαγούν σε καρκινικά κύτταρα με το πέρασμα του χρόνου. Αυτή η πιθανότητα εξαρτάται από το είδος των κυτταρικών αλλοιώσεων που παρατηρούνται στο τεστ Παπανικολάου και από άλλα στοιχεία από το ιστορικό της γυναίκας.
Ο πρωταρχικός στόχος του τεστ Παπανικολάου ΔΕΝ είναι η ανίχνευση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, αλλά των κυτταρικών αλλοιώσεων που προηγούνται του καρκίνου.
Για τις περισσότερες γυναίκες το αποτέλεσμα του τεστ Παπανικολάου θα είναι φυσιολογικό. Περίπου όμως 1 στις 20 γυναίκες θα λάβουν απάντηση από το τεστ Παπανικολάου που δεν θα είναι απολύτως φυσιολογική,
Η λήψη των κυττάρων γίνεται με τον εξής τρόπο: Αρχικά αφαιρούμε μια στιβάδα κυττάρων από την περιοχή του κόλπου. Στη συνέχεια, μια άλλη στιβάδα από τον τράχηλο της μήτρας, από την εξωτερική του επιφάνεια και τέλος, μια τελευταία στιβάδα κυττάρων, που λαμβάνεται με ένα ειδικό βουρτσάκι από την εσωτερική περιοχή, την ενδοτράχηλο.
Οι γυναίκες πρέπει να κάνουν τουλάχιστον μια φορά το χρόνο τον έλεγχο αυτό, ο οποίος συμπεριλαμβάνει το ετήσιο τεστ Παπανικολάου, αλλά και μια σειρά επιπλέον εξετάσεων για μια συνολική γυναικολογική εκτίμηση.
Ο έλεγχος θα πρέπει ιδανικά να πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά έναν χρόνο μετά την έναρξη των σεξουαλικών επαφών της γυναίκας. Αν μια γυναίκα έχει ιστορικό γυναικολογικών παθήσεων, ίσως να πρέπει να κάνει μια επανεξέταση στο εξάμηνο. Ο τακτικός γυναικολογικός έλεγχος μπορεί να εντοπίσει προβλήματα υγείας πριν καν ή μόλις αρχίσουν, όταν οι πιθανότητες ίασης είναι περισσότερες.
Ο έλεγχος αρχίζει με τη λήψη του οικογενειακού και του ατομικού ιατρικού ιστορικού της γυναίκας, ώστε να αποκομίσει ο γυναικολόγος ιατρός μια πλήρη εικόνα για την κατάσταση της υγείας της, τυχόν νοσήματα ή διαταραχές από τα οποία πάσχει ή έχει κληρονομικότητα, καθώς και για φάρμακα, διατροφικά συμπληρώματα ή και βότανα που παίρνει συστηματικά.
Το ιστορικό πρέπει να ανανεώνεται σε κάθε ιατρική επίσκεψη, γιατί υπάρχει περίπτωση στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε κάποιος στενός συγγενής της γυναίκας ή η ίδια να εκδήλωσε το νόσημα η διαταραχή. Το οικογενειακό ιατρικό ιστορικό μιας γυναίκας μπορεί να επηρεάσει την πιθανότητα εκδήλωσης καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών, καρδιαγγειακής νόσου, σακχαρώδη διαβήτη και πολλών άλλων παθήσεων και διαταραχών για τις οποίες πρέπει να είναι ενημερωμένη η ίδια και ο γιατρός της.
