Ενδομητρίωση
Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια νόσος, η οποία προσβάλλει γυναίκες όλων των ηλικιών σε ποσοστό περίπου 10%. Η νόσος της ενδομητρίωσης δημιουργείται όταν ιστός, παρόμοιος με αυτόν του ενδομητρίου που επενδύει το εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας, βρίσκεται σε άλλες τοποθεσίες, όπως είναι οι ωοθήκες, οι σάλπιγγες, οι ιερομητρικοί σύνδεσμοι, η ουροδόχος κύστη, το ορθό, οι ουρητήρες, τα νεφρά, τα νεύρα της πυέλου ή οποιοδήποτε άλλο όργανο του σώματος, με αποτέλεσμα την πρόκληση φλεγμονώδους αντίδρασης με συμφύσεις και έντονο πόνο.
Ως αποτέλεσμα, οι γυναίκες που πάσχουν από ενδομητρίωση, ζουν καθημερινά με πόνο, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα τους, επηρεάζοντας όλους τους τομείς της κοινωνικής, επαγγελματικής και προσωπικής τους ζωής, καθώς και την ψυχική και σωματική τους υγεία.
Τα κλασσικά συμπτώματα της είναι ο πόνος και η υπογονιμότητα. Ο πόνος μπορεί να εκδηλωθεί με 3 τρόπους:
Δυσμηνόροια: Είναι ο πόνος που αρχίζει 24-48 ώρες πριν την έμμηνο ρύση, προοδευτικά γίνεται δυνατότερος και συνήθως δεν ανταποκρίνεται στην λήψη των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων.
Δυσπαρεύνια: Είναι ο πόνος που εμφανίζεται κατά τη σεξουαλική επαφή. Γίνεται εντονότερος λίγο πριν την έμμηνο ρύση.
Χρόνιο Πυελικό Άλγος (ΧΠΑ): Είναι το άλγος που έχει χρονική διάρκεια τουλάχιστον 6 μηνών, εντοπίζεται από τον ομφαλό και κάτω και επιδεινώνεται κατά τη διάρκεια της ωοθυλακιορρηξίας και της εμμήνου ρύσεως. Συνολικά το 1/3 των γυναικών, που υποβάλλονται σε διαγνωστική λαπαροσκόπηση για ΧΠΑ, αποκαλύπτεται ότι έχουν ενδομητρίωση.
Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης συνίσταται στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων με αναλγητικά και συγκεκριμένα με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και σε ορμονική θεραπεία όπως συνδυασμένα αντισυλληπτικά, δαναζόλη, GnRH ανάλογα (με ή χωρίς τη συγχορήγηση οιστρογόνων/προγεσταγόνων) και προγεστερινοειδών που φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη θέση στον περιορισμό της νόσου και των συμπτωμάτων.
Τέλος η χειρουργική αντιμετώπιση που ενδείκνυται να πραγματοποιείται λαπαροσκοπικά, με εξαίρεση της νόσου και καυτηριασμό εστιών, αποτελεί την τελική και ριζική θεραπεία είτε εφόσον τα συμπτώματα δεν περιορίζονται με τη φαρμακευτική οδό είτε εάν αναγνωρίζονται σοβαρές βλάβες που ενδείκνυνται να αφαιρεθούν ή τέλος με σκοπό την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στον προγραμματισμό των βημάτων του χειρουργείου τόσο για την αποφυγή της μείωσης του δυναμικού των ωοθηκών, ενώ η ριζικότητα του χειρουργείου θα πρέπει να είναι συνάρτηση τόσο της σοβαρότητας της νόσου όσο και των υποκειμενικών συμπτωμάτων της ασθενούς.
